Ιστορικά στοιχεία

Κάποιες ιστορικές πηγές αναφέρουν τα παρακάτω για το χωριό μας

 

                                                                                                            Του Βασίλη Οικονόμου

Η ΡΟΔΑΥΓΗ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

΄Ενα από τα χωριά των Τζουμέρκων όπου στα αρχαία χρόνια κατοικούσαν οι Αθαμάνες, ήταν η Ροδαυγή. Οι Αθαμάνες άνδρες αναφέρονται ως άντρες σκληραγωγημένοι, τολμηροί, μαχητικοί και έχοντες μεγάλη ζωτικότητα. Τόσο η Ροδαυγή όσο και η ευρύτερη περιοχή λεγόταν Αθαμανία και τα Τζουμέρκα Αθαμανικά. Γειτόνευε με τους Αμβρακιώτες, Κασωπαίους, Τυμφαίους, Θεσσαλούς, Δόλοπες. Πρωτεύουσά τους ήταν η Αργιθέα. Ο Αθάμας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για τον εκπολιτισμό και την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του λαού. Καθ' όλη τη διάρκεια της βασιλείας του διοικούσε πάντα με αγάπη και απέκτησε την αγάπη όλων. Προς τιμή του έδωκαν στην πατρίδα των το όνομα Αθαμανία. Κατά τους ίδιους χρόνους κτίστηκαν πόλεις των οποίων τα ονόματα μόνο διεσώθησαν στην ιστορία, όχι όμως και η τοποθεσία εκάστης, δεδομένου ότι πουθενά δεν έγινε αρχαιολογική ανασκαφή μέχρι σήμερα για την εύρεσή τους. Αν ο τόπος ερευνηθεί ποτέ αρχαιολογικώς , είναι βέβαιο ότι θα φέρει στο φως σπουδαία κατάλοιπα του πολιτισμού που αναπτύχθηκε εδώ στα αρχαία χρόνια και στο Μεσαίωνα.

Για την άμυνα και εξασφάλιση της χώρας από διάφορες επιδρομές κτίστηκαν διάφορα φρούρια. Ένα από τα φρούρια αυτά ήταν και το Αθήναιον, το οποίο τοποθετείται πλησίον της Νισίστας, Τζουμέρκων Νέας Ελλάδας. Εκεί λέγεται ότι ετελείτο και εορτή «Αθήναια».

Το τοπωνύμιο Νισίστα, όσο και αν θέλουμε να το σχετίσουμε με το Νησί, είναι μάλλον σλαβικής προελεύσεως. Με τέτοια κατάληξη-παροξύτονο «ίστα» είναι γνωστά πολλά χωριά στην Ήπειρο, όπως επίσης και σ' άλλα μέρη της Ελλάδας. Στα Τζουμέρκα αναφέρω τα: Μπρένιστα, Νισίστα, Γραιτσίστα, Τζουβίστα, Ραψίστα, Κουσουβίστα κ.ά Η μετονομασία αυτή έγινε μετά την υπό των Ρωμαίων καταστροφή και περί τους χρόνους του Μεσαίωνα όταν πλέον περισσότερο παντός άλλου επικρατούσε αναρχία. Σε περιόδους Σερβο-Σλαβικών επιδρομών και προσωρινής κατοχής της χώρας έδωκαν αυτοί σλαβική γλωσσική χροιά σε ονόματα συνοικισμών νέα. Ως κτηνοτρόφοι δε και ζώντες στην ύπαιθρο κατά την αποχώρησή των άφησαν πίσω εγκατεσπαρμένες πολλές λέξεις στην σλαβική, σε διάφορα τοπωνύμια. Σε κανένα χωριό των Τζουμέρκων δε δόθηκε όνομα Αγίου στη σερβική ή άλλη ξένη γλώσσα Είναι επίσης παρατηρητέο ότι στα ονόματα μερικών συνοικισμών προσετέθησαν σχετικές καταλήξεις όπως π.χ. Νίσσα-Νισσίστα, Μπρένιστα, Γραιτσίστα.Υποστηρίζεται ότι το όνομα Νίσσα προέρχεται από το Βυζαντινό Ναϊσσός, Πατρίδα του Μ. Κων/νου. Για τη Νισίστα έγινε πρόταση να ονομαστεί Αθήναιο, γιατί κάπου εκεί κοντά, μεταξύ Ραψίστας και Νισίστας λένε ότι εβρίσκετο η ομώνυμη αρχαία πολίχνη. Επιπλέον, λέγεται ότι για τη Νισίστα είχε γίνει πρόταση να ονομασθεί Αθήναιο προκειμένου να εκλείψουν αυτά τα ξενόγλωσσα και κακόηχα ονόματα.

Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που φανερώνουν την κατοίκηση της περιοχής της Ροδαυγής από τα αρχαία χρόνια. Υποστηρίζεται ότι κάτω από το Χάβο, σώζονται αρχαία τείχη με πελώριους λίθους και, αν γίνονταν ανασκαφές, υπάρχει πιθανότητα να ανεβρεθεί άγνωστη αρχαία πολίχνη. Άλλες ενδείξεις προέρχονται από τη Λάψαινα, ένα συνοικισμό κοντά στο ποτάμι, με πλούσιους βοσκότοπους και άφθονα νερά. Στο πλάτωμα όπου βρίσκεται το ερειπωμένο σήμερα σχολείο και το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου υπάρχουν διάσπαρτα αποτμήματα κεραμιδιών και λίγα άβαφα όστρακα.

Ο μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ ο Βυζαντινός αναφέρει:Νισίστα η οποία κατοικείται από 130 οικογένειες οι οποίες προσεύχονται στις εκκλησίες της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Νικολάου, και πολλά άλλα παρεκκλήσια, και διοικείται θρησκευτικώς από τέσσερις ιερείς. Αντίκρυ του χωρίου τούτου απέναντι του ποταμού Ινάχου βρίσκεται η υψηλοτέρα κορυφή του όρους Τζουμέρκων, η οποία περιέχει όλη τη χρονιά χιόνι.

Μεταξύ του χωριού των Τζουμέρκων Νισίστα, του υποκειμένου εις Πρέβεζαν, και του χωρίου Ραψίστα που τελούσε υπό την διοίκησιν Ιωαννίνων, βρίσκονταν κάποτε, όπως πιστεύεται, εξαιτίας των σωζόμενων πολλών ερειπίων, η της Αθαμανίας πόλις Αθήναιον. Κοντά στη Νισίστα αναφέρεται ότι υπάρχουν ορυχεία αλατιού, που οι χωρικοί τα εκμεταλλεύονται για να καλύψουν τις ανάγκες τους σε αλάτι. Κόβουν το αλάτι σε μεγάλους όγκους, και αν τα ορυχεία αυτά ήταν γνωστά, θα αποτελούσαν πηγή πλούτου για την ΄Ηπειρο. Οι μελετητές αναφέρουν ότι το Αθήναιο ήταν η Πελασγική πόλη ΄Αβαδος.

Ο δρόμος ο οποίος ένωνε τη Φιλιππιάδα με τα ορεινά χωριά λεγόταν Ντερβένι. Από εκεί περνούσαν οι αγωγιάτες, οι Βλάχοι με τα κοπάδια τους κ.α. ΄Οσον αφορά το ορθογραφικό μέρος, αν δεχτούμε ότι η λέξη Νισίστα είναι σλαβικής προέλευσης θα πρέπει να γράφουμε και τα δύο ι με γιώτα

Η Νισίστα επί της Τουρκοκρατίας

Το μεγαλύτερο μέρος των Ελληνικών χωρών παρέμεινε υπό δουλεία και γι' αυτό δεν διεκόπησαν οι προσπάθειες του Ελληνισμού για την απόκτηση της ελευθερίας. Επακολούθησαν πολλές συγκρούσεις μετά των Τούρκων και οι ευτυχείς πόλεμοι 1912-1913 οι οποίοι απέδωσαν την ελευθερία στα πέραν του Αράχθου Τζουμερκοχώρια. ΄Ένα από τα 15 αυτά χωριά φέρεται με το όνομα Νισίστα.Το χωριό ετουρκοκρατείτο μέχρι το 1912. Από το 1881 μέχρι το 1912 το ποτάμι ήταν σύνορο του τουρκικού με το Ελληνικό. Οι κάτοικοι έλεγαν: «πάμε στο Ελληνικό» και εκείνοι «πάμε στο Τούρκικο».

Το χωριό το διοικούσε ο μουχτάρης (πρόεδρος της κοινότητος) και δυο αγάδες. Ο μουχτάρης εισέπραττε τους φόρους και αντιπροσώπευε το χωριό σε όλες τις αρχές για τα διάφορα ζητήματα. Άλλη αρχή ήταν ο μοντήρης και οι ζαπιτιέδες. Οι ζαπιτιέδες ήταν αυτοί που επέβλεπαν την τάξη και την ασφάλεια . Ήταν εκπρόσωποι της τουρκικής χωροφυλακής. Στη Νισίστα οι ζαπιτιέδες είχαν τα καρακόλια και την κούλια (φυλάκια και στρατώνα) Το πιο πάνω ιεραρχικό σώμα βρισκόταν στην Κιάφα, στο στενό μεταξύ Κουμζιάδες και Αβαρίτσα, όπου ήταν στρατώνας με δύναμη τάγματος.

Ο κόσμος επί τουρκοκρατίας υφίστατο πολλές πιέσεις και οικονομικές και ηθικές. Αναφέρονται περιπτώσεις όπου τα τουρκικά αποσπάσματα ή οι διάφορες αρχές του χωριού άρπαζαν από τους κατοίκους τα γεννήματα και τους καρπούς και τα ζωντανά. Επίσης βίαζαν τις γυναίκες και αγγάρευαν τον κόσμο. Λόγω των Τουρκικών πιέσεων ο κάθε κάτοικος είχε και μια περιπετειώδη ζωή. Άφηναν τα κτήματα και έφευγαν στα ξένα, στον κάμπο της Άρτας και στα ελεύθερα μέρη μετά το 1881.

.

Το χωριό και ο μπέης

Στην αρχή της τούρκικης κατοχής πολλά εύφορα μέρη αποτέλεσαν τσιφλίκια των σπαχήδων* και των μπέηδων. Επίσης και πολλά χωριά ανήκαν σε τέτοια τσιφλίκια. Σ' αυτά οι χριστιανοί δούλευαν σαν σκλάβοι και πλήρωναν τους βαρύτατους φόρους χαράτσι, δέκατο, γήμορο κ.λ.π. Ο Αλή πασάς με τις αρπαγές του είχε πολλά τσιφλίκια στην περιοχή της ΄Αρτας και των Τζουμέρκων. Οι μπέηδες πολλές φορές πουλούσαν το χωριό και το αγόραζε ή ένας ή όλοι οι χωριανοί. Τη Σκούπα την είχε αγοράσει ο Λύτρας και μετά την πούλησε στο χωριό. Το δικό μας όμως το χωριό , τη Νισίστα, ο Μπέης το ήθελε, δεν το πούλησε, ούτε οι χωριανοί το αγόρασαν. Οι κάτοικοι έδιναν το 10% της παραγωγής στον Μπέη. Με τον καιρό ο Μπέης δεν ήταν ικανοποιημένος με το 10% και ήθελε το 30% γήμορο. Τότε μερικοί χωριανοί πήγαν στην πόλη με έξοδα 40 λίρες που δανείστηκαν από το Γιώργο Γιάννη (πατέρα του Κωσταντή Γιώργη) κοιτάξαν το κτηματολόγιο και βρήκαν ότι το χωριό δεν ήταν τσιφλίκι του Μπέη, αλλά ήταν κεφαλοχώρι και έφεραν την απόφαση και την έδωσαν στο βαλή στα Γιάννενα. Βαλής όμως ήταν ο Μπέης και φυσικά δεν εκτελούσε την απόφαση. Από τότε πλέον οι χωρικοί δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να πληρώνουν το 30%. ΄Ετσι έγινε η αρχή και οι χωρικοί δεν πλήρωναν πλέον το φόρο αυτόν.

Στο κέντρο του χωριού οι Τούρκοι μέχρι το 1912 χρησιμοποιούσαν και είχαν τα εξής κτίρια.

  1. Την Κούλια και το Καρακόλι(σπίτι του Κωσταντή Μάνου)

Η Κούλια ήταν μια στρατώνα κοντά στην πηγή του νερού Ρωμαίο την οποία οι κάτοικοι γκρέμισαν μόλις ελευθερώθηκε ο τόπος. Το καρακόλι ήταν ένα στρατιωτικό φυλάκιο στην κορυφή τρυγόνα στο καθαροβούνι.

    2.      Το Μουντουριέτ(ειρηνοδικείο) σπίτι του Μήτρου Πιθηκούκη.

    3.       Για το τηλεγραφείο το σπίτι του Αναγνώστη Μπαρτζώκα

     4.      Το σπίτι του Γιάννη Μπαρτζώκα όπου ήταν οι ζαπιτιέδες,  Τζαταρμάδες 

               (χωροφυλακή) και

      5.     Το σπίτι του Γιώργη Ψυχογιού όπου ήταν στρατιωτικό φυλάκιο.

      Σπαχής: Οι τούρκικης καταγωγής ή εξισλαμισμένοι φεουδάρχες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στους οποίους στηριζόταν ο στρατός κάθε επαρχίας και οι οποίοι είχαν και φορολογικές δικαιοδοσίες

Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής με το χορό καγκελάρι

Στα χρόνια τα προεπαναστατικά που η τουρκική σκλαβιά πλάκωνε τα στήθη του γένους, η μέρα της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου ) γιορτάζονταν στη Νισίστα με μοναδική μεγαλοπρέπεια και λαϊκή συμμετοχή όχι μόνο των Νισιστιωτών αλλά και κατοίκων πολλών γειτονικών και μακρινών χωριών. Το πανηγύρι βάσταγε τρεις μέρες στην ευρύχωρη πλατεία γύρω από την εκκλησία. Ο κόσμος των άλλων χωριών ερχόταν από την παραμονή το βράδυ, οι περισσότεροι με τα άλογα και τα μουλάρια και με πραμάτειες πολλοί. Από το πρωί όλοι οι δρόμοι μαύριζαν από τον κόσμο που ερχόταν από τα τις Κουμζιάδες, τα Πιστιανά, το Ανώγι, τη Σκούπα, τη Ραψίστα, από τη Πέρα Νισίστα, τη Μπούγα, τη Χόσεψη και άλλα χωριά. Μέχρι το μεσημέρι βάσταγε η ακολουθία, η λειτουργία και ο αγιασμός. Αλησμόνητες στιγμές για όλους, όταν έβγαιναν οι παπάδες της Νισίστας με τέσσερις πέντε από άλλα χωριά κρατώντας ευλαβικά την εικόνα της Αγίας. Μετά την απόλυση άρχιζε το γλέντι, οι συναντήσεις των γνωστών και οι συστάσεις των ξένων. ''Είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ στα χωριά που θα διαβώ''

Παρέες-παρέες γλεντούσαν κάτω από τα πλατύφυλλα δέντρα, άλλοι με τραγούδια μόνο, άλλοι με όργανα. ΄Αλλοι διασκέδαζαν με τραγούδια που δε χορεύονταν, άλλοι τραγουδώντας και χορεύοντας με λαλούμενα. Σαν ένα μεγάλο προσκλητήριο έπρεπε να δώσουν όλοι το παρόν. Γιορτάζει η θαυματουργός Αγία και προστάτιδα και βοηθός του χωριού και της αξίζει παλλαϊκό προσκύνημα.΄Ολο το τελευταίο απόγευμα κορυφωνόταν το γλέντι και ο χορός, γινόταν ο εσπερινός και ενώ άρχιζε να βασιλεύει ο ήλιος, άρχιζε το καγκελάρι. Κάθε κάτοικος του χωριού το θεωρούσε τιμή να παραβρεθεί στο πανηγύρι. Αν κάποιος , μάλιστα νέος δεν κατάφερνε να πάει θα το είχε μεγάλο παράπονο και μαράζι για πολύ καιρό. Στο σπίτι θα έμενε μόνο ένας για να μη γίνει καμιά ζημιά από τα ζωντανά. Και έβλεπες με τα διαλεχτότερα στολίδια και τις πιο βαριές αρμάτες όλον τον κόσμο.

Δε χορεύουν τσάμικο ή συρτό ή μπεράτη ή χασάπικο, αλλά χορεύουν χορό στρωτό. Τα τραγούδια τα οποία χορεύουν είναι προετοιμασία χάριν των παρευρισκομένων στην πλατεία για ν' ακούσουν ότι ήλθε η ώρα και να σπεύσουν να κρατηθούν χέρι με χέρι στη μεγάλη χορευτική γραμμή. Από τη μέση κι εμπρός κρατιούνται οι άντρες, κι από τη μέση και πίσω οι γυναίκες. Μπροστά-μπροστά οι γεροντότεροι και πιο πίσω οι νεώτεροι και στους άντρες και στις γυναίκες. Η χορευτική γραμμή χωρίζεται πρώτα στο τμήμα των ανδρών και δεύτερα στο τμήμα των γυναικών. Ο προεξάρχοντας του χορού δεν μένει ο ίδιος από την αρχή, αλλά λαβαίνουν διαδοχικά τη θέση 4 έως 5 και περισσότεροι. Ο αρχηγός του χορού αρχίζει μόνος του αργά μακρόσυρτα, ενώ όλοι οι άλλοι σιωπούν.

Τέτοια νώρα ήταν εψές τέτοια και παραπροψές

Με αυτά τα λόγια αρχίζει το καγκελάρι και τα λόγια αυτά προϋποθέτουν τρεις μέρες χορού.

Όταν τελείωνε ο χορός, η χορευτική γραμμή σταμάταγε στη θέση του. Οι χορευτές ξέμπλεκαν τα χέρια τους και παλιότερα έριχναν κουμπουριές και κραύγαζαν χαρούμενα. Σήμερα χτυπούν παλαμάκια και φωνάζουν δυνατά «και του χρόνου». Ο πατριώτης μας Κ. Διαμάντης περιγράφει ότι σε διήγηση, που του έκανε ο Κωσταντής Γιώργης ή Πλαστήρας που χρημάτισε πολλά χρόνια μουχτάρης του χωριού και πρόεδρος Κοινότητας και ξέρει όσο κανένας την ιστορία του χωριού, ότι το καγκελάρι είχε επί τουρκοκρατίας σκοπό εθνικό. ΄Ηταν ένας τρόπος να συγκεντρώνονται οι χωριανοί , να συνεννοούνται και να ανταλλάσσουν τις γνώμες τους για το πώς να φυλαχτούν από τους Τούρκους ή πώς να διεξαγάγουν τον αγώνα της αντίστασης. Είναι μια γνώμη ότι τα καγκελίσματα είχαν και σκοπό να μπορούν τα παλληκάρια να βλέπουν τις όμορφες και να διαλέγουν τη νύφη τους.

Η Αγία Παρασκευή σκοτώνει το δράκο της Νισίστας

Κοντά στην εκκλησία, στο δρόμο που πάει για τη Λάψανα-Καθαραβούνι και την απέναντι από το ποτάμι Νισίστα, είναι το Μπέσικο, ρέμα μεγάλο με απότομους γκρεμούς και βαθύσκιωτα πλατάνια και με την ονομαστή κρυόβρυση.

Κάποια χρονιά, ενώ στην πλατεία το πανηγύρι είχε ανάψει και στο χοροστάσι επεδείκνυαν τις χάρες τους τα καλύτερα παλληκάρια και οι ομορφότερες κοπέλες, στη σπηλιά του Μπέσικου, εκεί που βγαίνει το νερό, παρουσιάστηκε ένας Δράκος, γιγαντόσωμος και τρομερός με χέρια και πόδια φιδιού, όπως τον περιγράφουν τα παραμύθια. Κρυφά και με προφύλαξη ήλθε στην πλατεία, παραμόνεψε και αφού ρίχτηκε ορμητικά, άρπαξε την ομορφότερη κοπέλα της Νισίστας από το χορό, την έσφιξε στα φοβερά του νύχια και φεύγοντας χάθηκε μαζί του.

Ο πανικός και η φρίκη του συναγμένου στο πανηγύρι κόσμου δεν περιγράφεται. Ο θρήνος και συλλογή σκορπίστηκε σε όλους.

Το ίδιο έγινε και τη δεύτερη χρονιά, το ίδιο και την τρίτη και πολλά χρόνια συνέχεια. Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε, το πανηγύρι έπαυσε να γίνεται και ένα πένθος και μια κατήφεια απλώθηκε παντού στο χωριό. Πώς να σωθούν από το αιμοβόρο και ανίκητο στοιχείο.

Μια χρονιά όταν πλησίασε η γιορτή της Αγίας Παρασκευής οι περισσότεροι χωριανοί είδαν στον ύπνο τους την Αγία Παρασκευή που τους είπε να πανηγυρίσουν όσο μπορούν πιο λαμπρά εκείνη τη χρονιά και να μη φοβηθούν το Δράκο, γιατί αυτή θα τους προστατεύσει. Πράγματι οι κάτοικοι πίστεψαν στο όνειρο και διέδωσαν παντού σε όλα τα γειτονικά μέρη ότι το χρόνο εκείνο θα γίνει πρωτόφαντο πανηγύρι.

Ήρθε η μέρα της γιορτής και μαζεύτηκε κόσμος πάρα πολύς και γινόταν γλέντι και χορός που δεν ξαναείχε γίνει. Εκεί όμως που χόρευαν όλοι από άκρη σε άκρη το καγκελάρι και ήταν κρατημένοι χέρι χέρι παρουσιάστηκε ο Δράκος με σφύριγμα τρομακτικό βγάζοντας από το μεγάλο του στόμα φαρμακερά γλωσσίδια και φύσημα διαπεραστικό και δείχνοντας τα τροχισμένα δόντια του και τα γυρτά σουβλερά του νύχια. Αυτό σκόρπισες φρικτή ανατριχίλα στα πλήθη. Σταμάτησε για μια στιγμή μπροστά στη γραμμή των χορευτών που ήταν σαν απολιθωμένοι και διάλεγε με το κοίταγμά του ποια κοπέλα ν' αρπάξει. ΄Ολοι κιτρίνισαν και πάγωσαν από το φόβο, αλλά σύμφωνα με την παραγγελία της Αγίας στον ύπνο τους προσπαθούσαν να συνεχίσουν το χορό.

Ο Δράκος αγκαλιάζει την ομορφότερη. Να, η πρώτη του χορού των γυναικών είναι η πεντάμορφη, η πιο λεβέντισσα, με το αρχοντικό παράστημα και με τα πιο διαλεχτά στολίδια. Χιμάει με ορμή ακράτητη και με λαγνεία κτηνώδη στην πρώτη του χορού. Την αρπάζει με άγρια βία απ' το χέρι, την αποσπά από τις άλλες και την τραβά να φύγουν. Τότε η πανέμορφη κοπέλα του σφίγγει το χέρι τόσο δυνατά που ο δράκος πόνεσε και φοβήθηκε. Κατάλαβε ότι αυτή δεν είναι άνθρωπος σαν τους άλλους αλλά έχει υπερφυσική δύναμη. Με απότομο τίναγμα ξεφεύγει και τρέχει καταντροπιασμένος. Μπροστά αυτός και πίσω η κόρη. Τρέχοντας πέρασαν δάση, μονοπάτια, ρέματα, γκρεμνούς, βράχους ώσπου έφτασαν στην Πρένιστα στη θέση ΄Ελατος, αριστερά του βουνού Γκιλμπερίνα και Γρίμποβο που πάει ο δρόμος για τη Γραμμενίτσα-΄Αρτα. Εκεί δεξιά του δρόμου είναι η γνωστή Δρακότρυπα. Εκεί μέσα μπήκε ο Δράκος και πίσω τον κυνηγούσε η κόρη. Ενώ ο δράκος ήταν έτοιμος να βγεί στο άλλο μέρος στην έξοδο της Δρακότρυπας πάνω από το Χανόπουλο κοντά στις Κουμζιάδες, τον έπιασε γερά το Δράκο η Αγία Παρασκευή-γιατί η πανώρια αυτή κόρη ήταν η Αγία Παρασκευή- τον σύνθλιψε με δύναμη θεϊκή και τον άφησε νεκρό εκεί στη σπηλιά όπου έγινε πέτρα. Γι' αυτό στο μέρος εκείνο στάζει νερό και γίνονται εξαίσιοι σταλακτίτες και σταλαγμίτες και εκεί έχτισαν και εκκλησία της Αγίας Παρασκευής του Χανόπουλου.

΄Ετσι η Αγία Παρασκευή η προστάτιδα της Νισίστας απάλλαξε το χωριό απ' τον ανθρωποφάγο Δράκο και έκτοτε συνεχίζεται κάθε χρόνο το πανηγύρι στη Νισίστα μεγαλόπρεπο ως τα σήμερα με μεγάλη κοσμοσυρροή, στους πιστούς δε προσκυνητές που υποφέρουν και επικαλούνται τη βοήθειά της «προχέει ιάματα» και «παρέχει την χάριν άφθονο». Σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη η Αγία Παρασκευή γιατρεύει κυρίως τα μάτια.

                       Αρχιτεκτονική των σπιτιών

Όταν ήθελαν να χτίσουν σπίτι θα καλούσαν μαστόρους από τα ορεινότερα χωριά. Ραφταναίους, Σερές, Κουτσοβίστα, Γουριανά, Σκλούπο, ΄Αγναντα, Πράμαντα κ.ά. Ένα από αυτά τα χωριά μετονομάστηκε Χτιστάδες, γιατί βγάζει πολλούς μαστόρους.Στα μέρη εκείνα το επάγγελμα αυτό το έχουν οικογενειακό και οι μαστόροι γυρίζουν όχι μόνο στα γύρω χωριά, αλλά πάνε και μακρύτερα. Το χτίσιμο σπιτιού είναι το μεγαλύτερο γεγονός της ζωής μιας οικογένειας. «΄Οποιος δεν έχτισε κι όποιος δεν πάντρεψε, δεν ξέρει τι θα ειπή ζωή» λέει ο λαός. Αφού γίνει ο αγιασμός, αρχίζει το σπίτι. Τα παιδιά παρακολουθούν περίεργα το γκρέμισμα ή την υποστύλωση του παλιού σπιτιού, το σκάψιμο του θεμελιού και την ισοπέδωση του σπιτότοπου. Όπου υπάρχει σκληρό μπαίνουν σε ενέργεια οι κασμάδες, οι λοστοί, οι βαρειές. Κάποτε ρίχνουν και φουρνέλα. ΄Υστερα χτίζουν το θέμελο. Ο σπιτότοπος συνήθως έχει όχτο και στο μισό κάτω μέρος γίνεται το κατώι, στο μισό άνω το στρωτό. Πάνω από το κατώι θα ριχτούν γρεντιές και εκεί θα καρφωθούν οι σανίδες που θα αποτελέσουν το πάτωμα που απάνω του θα γίνει η κούλια.

Το κατώι προορίζεται για αποθήκη, αλλά στα περισσότερα σπίτια και για στάβλος είτε για τα χοντρικά είτε για τα πράματα. Γι' αυτό στις γωνίες του κατωγιού τοποθετούν κρικέλλα, για να δένουν τα χοντρικά. Στη μια πλευρά του τοίχου του κατωϊού φτιάχνουν το μαζγκάλι, παράθυρο για αέρα και φως, από μέσα φαρδύ που στενεύει προς τα έξω και τελειώνει σε όρθια στενόμακρη τρύπα, όπως είναι οι πολεμίστρες.

Στην είσοδο του κατωγιού στο μέρος που ανοίγει και κλείνει η πόρτα υπάρχει μια τρύπα για την αμπάρα ή το σύρτη. Στο πάνω μέρος της πόρτας εσωτερικά είναι ο μάνταλος, ο οποίος έχει και ένα δόντι για να κρατά κλεισμένη την πόρτα. Πάνω από το μάνταλο θα μπορούσε να βρεί κάποιος τα χρήματα για την αρρώστια και την γκλόπα(καταδίκη, πρόστιμο).

Παλαιότερα , πρώτα στη μέση του τοίχου του κατωγιού και δεύτερο εκεί που τελειώνει και ρίχνονται οι γρεντιές, έβαζαν γύρω γύρω μια ζώνη από ξύλα, ξυλοδεσιά, τα ζωνάρια, και την έχτιζαν με τρόπο που να φαίνεται και από μέσα και απ' έξω, για να στηρίζεται και δένεται καλά ο τοίχος. Τώρα δε συνηθίζεται κάτι τέτοιο. Επίσης τώρα δεν φτιάνουν και μαζκάλια. Στο κατώι φτιάχνουν κλαβανή(καταπακτή) στην άκρη του πατώματος για να ανεβαίνουν από εκεί στην κούλια. Επίσης φτιάχνουν στις γωνιές του κατωϊού παχνιά για τα χοντρικά.

Η κούλια, ακριβώς πάνω από το κατώι, έχει το σανιδένιο πάτωμα που στηρίζεται στις γρεντιές. Στην αρχή τοποθετούνται τα υλικά του πατώματος χωρίς να τα έχουν επεξεργαστεί οι μαραγκοί και είναι ακαλαίσθητο. Αργότερα, ύστερα από μήνες, θα φέρουν μαραγκούς για να μπλανίσουν τα σανίδια.

Λίγα πλουσιόσπιτα φτιάνουν μπαλκόνια και είδος βεράντας με σκεπή που στηρίζεται σε κολόνες. Αυτό είναι η λόντζια. Στους τρεις τοίχους της κούλιας θα γίνουν τα παραθύρια που στην αρχή κλείνονται με καρφωμένα σανίδια. Πολύ αργότερα, όταν έρθει ο μαραγκός θα φτιάσει μονόφυλλα ή δίφυλλα παραθυρόφυλλα. Στους τοίχους θα ανοίξουν και δύο θυρίδες δεξιά και αριστερά της γωνιάς που έχουν ποδιά από πλάκα κλείνονται με κάποια φύλλα που έχουν και κάποια διακόσμηση. Στο βάθος της γωνιάς είναι δύο μεγάλες τρύπες. Η από κάτω για τα κούτσουρα, την πυροστιά και τη στάχτη και η από πάνω του που χωρίζεται με οριζόντια πλάκα από την από κάτω, ο γαστρολόγος, όπου τοποθετούν τη γάστρα(μπουγάνα). Το φούρνο δεν το συνηθίζουν στο χωριό. Μπουχαρή ( καπνοδόχο) δε φτιάχνουν όλα τα σπίτια. Στον τοίχο θα ανοίξουν και μια ή δυο τρύπες ορθογώνιες για χωνευτές ντουλάπες. Στο κάτω μέρος των ντουλαπιών βάζουν τις μποτίλιες και τη λαήνα με το βούτυρο και στο πάνω μέρος τα καφετζούκια, τα φλιντζάνια, τα ρακογυάλια και τις κούπες.

Στον τοίχο ανοίγουν μια ή περισσότερες τρύπες κυλινδρικές, λοξές προς τα μέσα ώστε να μπαίνει το χέρι, όπου βάζουν διάφορα μικροπράγματα. Οι τρύπες αυτές κλείνουν και επενδύονται εσωτερικά με πάφλα. Στην κούλια υπάρχει ο γοίκος ( στοίβα με στρώματα και σκεπάσματα), οι κασέλεςκαι τα φορτσέρια( κασελάκι με κουδούνι), κάποτε και το αμπάρι με το γέννημα. Μερικά σπίτια έχουν εκεί και τον αργαλειό. Η κούλια χωρίζεται από το στρωτό με τσατμά και συνδέεται με πόρτα. Νταβάνι δεν έχουν όλα τα σπίτια, γι' αυτό βλέπεις επάνω όλα τα ξύλα της στέγης και τα πράγματα που είναι κρεμασμένα όπως αρμάθες κρεμμύδια, σκόρδα, ρίγανη, ήσκνα, καλαμπόκι αξεσπείρωτο, που το έχουν για σπόρο ή και παπαδίτσες , κυδώνια, ρόιδα, κουτσομπόφυλλα για ζύμωμα κλπ. Σοβατισμένα σπίτια εσωτερικά ήταν πολύ λίγα. Γι' αυτό οι τοίχοι έχουν πολλές τρύπες όπου γίνονται σφηκοφωλιές και κυνγιόχωμα (φωλιές με λάσπη που φτιάχνει ένα έντομο με μεγάλα φτερά και ψηλά πόδια) και κρύβονται πολλές κοντοτούρκες (σκορπιοί) και κριτσιόνια(τριζόνια, γρύλλοι) που ακούγονται ασταμάτητα τη νύχτα.

Το στρωτό γίνεται με πατικωμένο χώμα και εκεί είναι η κυρία είσοδος. Εκεί είναι επίσης η γωνιά φτιαγμένη με πλάκες κάτω και γουρνολίθια ολόγυρα και τον πυρομάχο προς το μέσα μέρος. Στη γωνιά καίει αδιάκοπα φωτιά, εκεί ψήνεται το ψωμί με τη γάστρα, και μαγειρεύεται το φαγητό σε κατσαρόλα που στηρίζεται πάνω στην πυροστιά ή κρέμεται από την κρεμαστάλα. Τη φωτιά την ανακατεύουν με τη μάσια. Στα δύο μέρη της γωνιάς υπάρχουν χαμηλά κρεβάτια με σανέδες πάνω σε καβαλλέτα και εκεί αναπαύονται και κοιμούνται οι γέροι κοντά στη φωτιά. Στο στρωτό βάζουν τον χλιαρολόγο, τις βεδούρες, τον αλατολόγο, τους ταλάρους, το σκαφίδι, το πλαστήρι και πολλά άλλα οικιακά σκεύη.

Στο πάτωμα της κούλιας και στα σανίδια του στρωτού στρώνουν μτάφια (στρώματα από λινάρι).

Στην τοιχοποιία προσέχουν πολύ να είναι καλά τα αγκωνάρια και ανάμεσα στα λιθάρια να βάζουν όχι μόνο λάσπη αλλά και τουβίκια (μικρά λιθαράκια). Στα κατώφλια της πόρτας και των παραθυριών βάζουν τα πράκια(μονοκόμματα μακριά λιθάρια σαν τα αρχαία επιστύλια) για να μη σπάζουν αυτά. Στο ανώφλι είναι μονοκόμματα μόνο που από πάνω τους μένει κενό μέρος σαν αέτωμα με καμαρούλα για να μην πέφτει το βάρος. Κάτω κοντά στην πόρτα είναι μια τρύπα ανοικτή, η γατότρυπα. Πάνω από το αέτωμα γράφουν το έτος, ενώ στο κενό πάνω από το πράκι κρύβουν το κλειδί.

Η στέγη του σπιτιού εξέχει δύο μέτρα περίπου πάνω από την κυρία είσοδο με ξύλα και πέταυρα που έχουν απάνω πλάκες και από κάτω στα δύο μέρη των παραστάδων της πόρτας έχουν δύο αντιστηρίγματα διαγώνια,τα παρμάχια. Αυτή είναι η σκεπή της πόρτας.

Απέξω στον τοίχο κολλητά είναι τα πεζούλια ,όπου νίβονται, κάθονται, πεζεύουν ή καβαλικεύουν τα ζώα με τη φορτωτήρα, τοποθετούν το καλοκαίρι τη βαρέλα ή τα βαρέλια με το κρύο νερό και βάζουν γλάστρες με βασιλικό και άλλα λουλούδια.

Σε όλο το χώρο μπροστά από την είσοδο απλώνεται πλακοστρωμένο το αλώνι. Όταν τελειώσει ο τοίχος της κούλιας και του στρωτού, θα βάλουν ολόγυρα μια σειρά από πλακάκια που εξέχουν και φτιάχνουν μικρό γείσο και λέγονται γριπίδες. Σε κάθε γρεντιά θα μπούν δυο ψαλίδες, δοκάρια χοντρά που ενώνονται με περόνια στον καβαλάρη και με τη γρεντιά φτιάχνουν ένα ισοσκελές τρίγωνο.

Το σχήμα των πλευρών της στέγης είναι, της μεν βόρειας και νότιας ισοσκελές τραπέζιο με τη μικρότερη βάση στον καβαλάρη και λέγονται μπάλες , της δε ανατολικής και δυτικής που είναι στενότερες, το σχήμα είναι μάλλον ισοσκελές τρίγωνο, γιατί ο καβαλάρης είναι πολύ στενός στην κορυφή. Αυτές οι δύο στενές πλευρές της στέγης λέγονται η καθεμιά τσιούπι.

Στο τέλος θα μπουν οι πλάκες και στα κενά που θα υπάρξουν θα τοποθετηθούν μικρά κομμάτια που λέγονται τσυβίκια. Από την κορυφή του τοίχου οι πλάκες εξέχουν προς τα έξω, πιο έξω από τις γριπίδες και σχηματίζουν γείσο για να πέφτουν τα νερά μακριά από τον τοίχο. Το κάτω μέρος που πέφτουν οι σταλαματιές από το γείσο λέγεται ουρνιές και εκεί δεν πρέπει να κάθεται ή να κοιμάται άνθρωπος.